Translate

Τρίτη 12 Νοεμβρίου 2013

Ο χρυσός και η παράγκα.




Της Ελεάννας Ιωαννίδου




Μου κίνησε ιδιαίτερα το ενδιαφέρον ο τρόπος, με τον οποίο οι ιθύνοντες της "Ελληνικός Χρυσός" αντιλαμβάνονται την έννοια της εταιρικής κοινωνικής ευθύνης. Αν η περσινή σεζόν ήταν αφιερωμένη στην απόπειρα επηρεασμού δημοσιογράφων, φέτος, παράλληλα με τη "χρυσή" χορηγία στην Ελληνική Αστυνομία που προκάλεσε σάλο στον μακρινό -πλην δημοκρατικό- Καναδά, η εταιρία εδώ και λίγους μήνες προσεγγίζει συστηματικά αθλητικά νομικά πρόσωπα της Θεσσαλονίκης, προσφέροντάς τους χορηγίες, με αντάλλαγμα το λογότυπό της στη φανέλα της ωφελούμενης ομάδας.
Όποιος αναρωτιέται ποιο ακριβώς καταναλωτικό προϊόν διαθέτει στην ελληνική αγορά η «Ελληνικός Χρυσός», που να χρειάζεται διαφήμιση σε αθλητική φανέλα (ή την πελώρια καμπάνια διαφημίσεων που έγινε πέρσι στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο), δεν έχει παρά να διαβάσει τη δήλωση του υπεύθυνου επικοινωνίας της εταιρίας που κάνει λόγο για αναζήτηση αθλητικών χορηγιών "στο πλαίσιο της επιχειρηματικής αλληλεγγύης". Με άλλα λόγια, η «Ελληνικός Χρυσός» αναζητά "αλληλεγγύη" στον αθλητισμό των γηπέδων, προσφερόμενη να την αγοράσει από τα αθλητικά σωματεία και εταιρίες της συμπρωτεύουσας. 
Στο σημερινό momentum, όπου η εμπορευματοποίηση του αθλητισμού συναντά τη βαθιά ύφεση, για τις περισσότερες ομάδες, οι οποίες εξαρτούν τα έσοδά τους σε πολύ μεγάλο βαθμό από χορηγίες, τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν είναι τέτοια, ώστε κινδυνεύει η ίδια η δυνατότητα συμμετοχής τους σε αθλητικές διοργανώσεις, άρα και, για μια μεγάλη μερίδα οπαδών τους, η ίδια η ύπαρξή τους. Έτσι, οι διοικήσεις των ομάδων έχουν το επιχείρημα της έλλειψης πόρων, προκειμένου να δικαιολογήσουν  τη φανέλα-πιόνι σε ένα παιχνίδι όχι διαφήμισης, αλλά εκμαυλισμού συνειδήσεων, με σκοπό να προσεταιριστεί η «Ελληνικός Χρυσός» "στρατούς" οπαδών σε μια πόλη που, στη συντριπτική της πλειοψηφία, είναι ενάντια στην εξόρυξη χρυσού. 
Φαίνεται, βέβαια, πως η εταιρία αρχικά λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο που, στις μεγάλες ομάδες, είναι οι φίλαθλοί τους. Μέσα από οργανωμένες αντιδράσεις σε ΗΡΑΚΛΗ, ΠΑΟΚ και ΑΡΗ που περιλάμβαναν από ανάρτηση πανό και παρεμβάσεις στη διάρκεια αγώνων, μέχρι δημόσιες ανακοινώσεις και καλέσματα για επιστροφή των εισιτηρίων διαρκείας αν οι διοικήσεις των ομάδων υποκύψουν στην προσφορά της εταιρίας, οι οργανωμένοι οπαδοί αντιτάσσονται με επιτυχία στα σχέδια της εταιρίας, τουλάχιστον στις τρεις μεγαλύτερες Π.Α.Ε. της πόλης, καθώς είναι οι μόνοι που έχουν τη δύναμη να μετατρέψουν τη "διαφήμιση" σε "δυσφήμηση". Αυτή η στάση των φιλάθλων που, πέρα και πάνω από τις αθλητικές διαφορές τους, συγχρονίζονται στην αντίδραση απέναντι στην μετατροπή του αθλητικού θεάματος σε μέσο προπαγάνδας για το χρυσό αποτελεί ελπιδοφόρα απόδειξη πως η κοινωνία της Θεσσαλονίκης έχει πειστεί για την καταστροφικότητα της επένδυσης στη Χαλκιδική.
Το μέγιστο, όμως, ηθικό ζήτημα είναι πως η διαφημιστική στρατηγική "επιχειρηματικής αλληλεγγύης" της εταιρίας, εκτός από το βόλεϊ του ΠΑΟΚ, όπου κι εκεί, λόγω της αντίδρασης των οργανωμένων οπαδών, η "χορηγία" έφερε προφανώς τα αντίθετα αποτελέσματα, πρόσφατα, σύμφωνα με καταγγελίες, αποπειράται να δώσει ένα χτύπημα στο μαλακό υπογάστριο του αθλητισμού, αυτό των παιδικών ακαδημιών ποδοσφαίρου. Πρόκειται για τη δημόσια καταγγελία οργανωμένων οπαδών ότι τα παιδιά του ερασιτέχνη Απόλλωνα Καλαμαριάς εξαναγκάζονται να φορέσουν φανέλα με το λογότυπο "Ελληνικός Χρυσός", προκειμένου να παίξουν στην ομάδα, η οποία, όσο δεν διαψεύδεται, είναι ιδιαιτέρως ανησυχητική. Σ’ αυτή την περίπτωση, γονείς και παιδιά άγονται ενώπιον εκβιαστικών ηθικών διλημμάτων που δεν θα έπρεπε να έχουν καμία σχέση ούτε με τον αθλητισμό ούτε με την παιδεία. Κανένας και για κανένα λόγο, ακόμα κι αν το διακύβευμα είναι η επιβίωση ενός ιστορικού αθλητικού σωματείου, δεν έχει, όμως, το δικαίωμα να χρησιμοποιήσει τα σώματα και την ψυχή των παιδιών, ως αντικείμενα. 
Το γεγονός ότι δεν υπάρχει σεβασμός στην ανηλικότητα, προκειμένου να προωθηθεί μια τέτοια "χορηγία", είναι ακόμη μια ψηφίδα στο παζλ του πώς αντιλαμβάνεται την εταιρική ευθύνη απέναντι στην κοινωνία η «Ελληνικός Χρυσός». Αυτή η υπόθεση ας γίνει η αφορμή να αναρωτηθούμε ποιο είναι το πρόσφορο έδαφος στον ελληνικό αθλητισμό που επιτρέπει σε μια εταιρία να παίξει παιχνίδι δημιουργίας υποστηρικτών των επιχειρηματικών της δραστηριοτήτων πάνω στις πλάτες των αθλητών. Το παιδικό ποδόσφαιρο δεν είναι παρά ένας καθρέπτης του επαγγελματικού ποδοσφαίρου και το ζήτημα δεν αφορά μόνο μία εταιρία ή τις ομάδες μόνο της Θεσσαλονίκης. Οι διοικήσεις των μεγάλων ΠΑΕ έχουν μακρά ιστορία διαπλοκής με την πολιτική εξουσία και ευνοϊκών ρυθμίσεων για τα λοιπά επιχειρηματικά τους συμφέροντα. Η παράγκα είναι χτισμένη σε πολλά επίπεδα και τα στημένα παιχνίδια δεν γίνονται μόνο στα γήπεδα. Αν, λοιπόν, θέλουμε αλλαγή στον ελληνικό αθλητισμό, οφείλουμε να δημιουργήσουμε τις αιτίες της.

* H Ελεάννα Ιωαννίδου είναι μέλος της Θεματικής Ομάδας Αθλητισμού των Οικολόγων Πράσινων

Σάββατο 9 Νοεμβρίου 2013

Η ΣΗΜΕΙΟΛΟΓΙΑ ΤΩΝ ΧΕΙΡΟΠΕΔΩΝ (ΣΤΗΝ ΕΡΤ)



του Χρήστου Πολιτίδη



Είναι προφανές ότι το ειδικό κομμάτι της αστυνομίας που ονομάζεται με την ευρύτερη έννοια “δυνάμεις” καταστολής ήταν σε κατάσταση πανικού.
Ίσως συνεπικουρούμενοι με την πίεση του χρόνου, το σκιόφως της νυκτός (την νύχτα βγαίνουν οι βρικόλακες) και μη έχοντας κάποιο λουκέτο και αλυσίδα, ενέργησαν έτσι (άλλωστε δεν είναι καταστάσεις που τις συναντούμε κάθε ημέρα).
Αποφάσισαν δίχως δεύτερη σκέψη σιδηροδέσμιο να συλλάβουν το κτίριο της ΕΡΤ.
Έχει την αξία της αυτή η εικόνα και μια ιδιαίτερη σημασία.
Τους ευχαριστεί για αυτό από βάθος καρδίας όλη η Ελληνική κοινωνία για την ψυχαγωγία που προσφέρουν σε τέτοιες δύσκολες στιγμές που διανύουμε ελλείψει χαμόγελου στα χείλη μας.
Επίσημος σκοπός των χειροπέδων είναι η εξασφάλιση της πειθαρχίας του κρατουμένου, μέχρι να δει η αστυνομία τί θα αποκάνει με δαύτονε (π.χ. η αποτροπή βιαιοπραγίας του, η δυσχέρανση-αποσόβηση αποδράσεώς του κλπ), αλλά έχουν κι άλλες χρήσεις.
Πράγματι, ο χειροπεδημένος κρατούμενος δεν μπορεί να κάνει πολλές-πολλές κινήσεις (π.χ. να καπνίσει, να κατουρήσει κλπ), ούτε καν να μπει στο περιπολικό από μόνος του και γι’ αυτό του σπρώχνουν φιλεύσπλαχνα το κεφάλι μέσα οι παριστάμενοι αστυνομικοί.
Βεβαια ολόκληρο κτίριο ήταν αδύνατον να χωρέσει σε ένα περιπολικό και απεφασίσθη να αφεθεί “πισθάγκωνα” δεμένη η πύλη του στο σημείο του εγκλήματος , ένας ιδιαίτερα σκληρός τρόπος μεταχείρισης των κρατουμένων αυτή η σιδηροδέσμια τακτική.
Η πύλη της ΕΡΤ δεν ήταν ιδιαίτερα ζωηρή, έκανε βέβαια τα ναζάκια της, κάποια συνθηματάκια, κάποιες γκριματσούλες σε δημόσια πρόσωπα και γενικά αταξίες της εφηβείας.
Κάποια στιγμή όταν κατάλαβε ότι όλα είναι μάταια (στον μάταιο τούτο κόσμο) παρεδόθη ολοσχερώς ψυχή τε και σώματι.
Έβγαλε ένα λυγμό και έγειρε την κλειδαριά της συμμορφουμένη στο σιδερένιο μπράτσο της.
Σαν περιπαθής οδαλίσκη μετά υπέκυψε στις ερωτικές περιπτύξεις του νόμου και παρέμεινε ήσυχη, κάτι το όποιο εξόργισε τους επικεφαλείς των δυνάμεων καταστολής,
Η ερωτική βία είναι πάντα σύμφυτη με την βία γενικότερα, εγκολπώνεται περίτεχνα σε αυτήν και την διεγείρει ολοσχερώς.
Μάλιστα αυτόπτες μάρτυρες στερούμενοι πάντως αξιοπιστίας (αριστεροί βλέπετε ήταν εκεί) καταμαρτύρησαν ότι αυτή η στάση παθητικότητας εξόργισε εντόνως τους ένστολους.
Οι όποιοι μαινόμενοι της φώναζαν με μίσος, να δεις τι έχεις να πάθεις όταν θα σε πάμε στο τμήμα, θα σε αφήσουμε στην υγρασία να σκουριάσεις , θα βάλουμε πυρωμένες βελόνες στο υπογλώσσιο σύστημα του κυλινδρικού μύλου σου και με σιδηροπρίονο θα κόψουμε τα κιγκλιδώματά σου.
Αυτά εικάζεται ότι ακούστηκαν σε ένα κλίμα που μύριζε μπαρούτι.
Αναρωτήθηκε σε τι έφταιξε ….. βέβαια μιλούσε πολύ, της άρεσε η φλυαρία, ακόμη να λικνίζεται επιδεικτικά σε δημόσιες επετηρίδες και καμιά φορά αυθαδίαζε στον λογο της.
Όπως και να έχει όλες οι γυναίκες ίδιες είναι σκέφτηκε, δεν διέφερα από τις υπόλοιπες, δεν μου αξίζει λοιπόν τέτοια τιμωρία.
Η σιδερόπορτα κατάλαβε ότι όλα είναι χαμένα έφτανε το τέλος, σήκωσε τα μάτια στον δημιουργό της δείχνοντας καρτερικότητα και θάρρος απαράμιλλο.

Παρασκευή 8 Νοεμβρίου 2013

ΟΙ ΚΟΙΝΟΤΗΤΕΣ ΤΗΣ ΕΟΡΔΑΙΑΣ ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΟΥΝ ΘΥΜΑΤΑ ΤΗΣ ¨ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ¨

   Η Ανατολική Εορδαία και συγκεκριμένα οι Τοπικές Κοινότητες  Αγίου Χριστοφόρου, Καρυοχωρίου και Σπηλιάς βρίσκονται περικυκλωμένες από τις γιγάντιες αποθέσεις  του Τομέα Κύριου Πεδίου που τοποθετούνται στην γύρω περιοχή με κατάφορη παραβίαση της περιβαλλοντικής μελέτης που διέπει την δράση των ορυχείων.
   Η ¨μικρή¨ απόκλιση από αυτούς τους όρους όπως διατυπώνει η Διοίκηση του ΛΚΔΜ γίνεται τεράστια όταν έχει να κάνει με την ζωή και την υγεία των κατοίκων της περιοχής.
   Η έλλειψη χώρου αποθέσεων και η αναζήτηση ¨ζωτικού¨ χώρου από την ΔΕΗ στερεί τον ζωτικό χώρο των ίδιων των κοινοτήτων που βρίσκονται αντιμέτωπες με ένα ακόμη περιβαλλοντικό και οικολογικό έγκλημα.
   Οι αποθέσεις στον Άγιο Χριστόφορο - Καριοχώρι για εμάς είναι βίαιες και καταχρηστικές. 
   Οι μνήμες είναι νωπές από την αυθαίρετη επεκτατική και επικίνδυνη επέλαση των ορυχείων σε άλλες κοινότητες της Εορδαίας, Κόμανος και πρόσφατα Μαυροπηγή που πνίγηκαν από την δραστηριότητα τους.
   Η Δημοτική Κίνηση « Ρεύμα Πολιτών Εορδαίας», βρίσκεται στο πλευρό των αγανακτισμένων πολιτών της Ανατολικής Εορδαίας που διεκδικούν το δικαίωμα τους για μια ποιοτική και ανθρώπινη ζωή.
Οι κοινότητες της Εορδαίας δεν είναι δορυφόροι εκτός τροχιάς.
ΟΙ κοινότητες της Εορδαίας πρέπει να έχουν ζωή, να γίνουν κοιτίδες πολιτισμού και το κυριότερο να μπουν σε έναν επανασχεδιασμό για μπορούν να προσφέρουν τα μέγιστα στην πρωτογενή παραγωγή.
   Για εμάς το συνολικό περιβαλλοντικό πρόβλημα της περιοχής έχει όνομα και ονομάζεται ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΕΔΑΦΩΝ.
Ένα αίτημα δεκαετιών της τοπικής κοινωνίας που απαξιώνεται χρόνια τώρα από τις διαδοχικές κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ – ΝΔ και αποτελεί την πρώτη μας προτεραιότητα στον αγώνα για την περιβαλλοντική ανάπλαση της περιοχής μας.
   Η διεκδίκηση του δημόσιου χώρου και η χωροθέτηση του ορυχείου είναι για εμάς ζητήματα καθημερινής πάλης και τα δικαιούμαστε ως νόμιμοι συν-δικαιούχοι
Θέλουμε να επισημάνουμε επίσης ότι η στάση της Δημοτικής Αρχής και των απολογητών της τρόικας απέναντι σε προβλήματα μείζονος σημασίας για τον τόπο μας είναι οι χλιαροί διάλογοι με την διεύθυνση του ΛΚΔΜ και τα υπομνήματα στην κεντρική διοίκηση παίζοντας παιχνίδια εξαγοράς συνειδήσεων με τις ελάχιστες εποχιακές θέσεις εργασίας των οκταμήνων.
   Η ανυποχώρητη στάση των κατοίκων και των δυνάμεων που αγωνίζονται για μία βιώσιμη και ποιοτική και ανθρώπινη Εορδαία θα δημιουργήσουν ένα μεγάλο διεκδικητικό ρεύμα ανατροπής, βάζοντας στην ατζέντα το συνολικό περιβαλλοντικό και οικολογικό πρόβλημα της περιοχής με αιχμή του δόρατος την αποκατάσταση των εδαφών και τον σεβασμό στις κοινότητες της Εορδαίας.
   Οι τοπικές κοινότητες πρέπει να έχουν αυτό δικαιούνται, είναι αυτονόητο και λέγεται ζωή.


Δημοτική Κίνηση «ΡΕΥΜΑ ΠΟΛΙΤΩΝ ΕΟΡΔΑΙΑΣ»

Πέμπτη 24 Οκτωβρίου 2013

Πότε;

Στα Κοινωνικά Ιατρεία στέλνουν εισαγγελείς και Αστυνομία, στα Κοινωνικά Παντοπωλεία και στα παζάρια χωρίς μεσάζοντες στέλνουν το ΣΔΟΕ, το κίνημα της Χαλκιδικής το διασύρουν ως "εγκληματική οργάνωση"...
Πότε θα τους στείλεις από κει που 'ρθανε;;;;

Τετάρτη 23 Οκτωβρίου 2013

Είμαστε ο αντίπαλος κόσμος

Οταν ένα στα δύο νοικοκυριά είναι υπερχρεωμένο, όταν τα νοσοκομεία συρρικνώνονται απελπιστικά, όταν η παιδεία βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού, όταν η ανθρωπιστική κρίση είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού, η συζήτηση περί «σταθεροποίησης» της κυβέρνησης χάνει το νόημά της.
 
Του  Πάνου Λάμπρου και της Μάνιας Μπαρσέφσκι

Αν κάτι είναι υπαρκτό, πραγματικό, είναι η σταθεροποίηση της κοινωνικής εξαθλίωσης, που όσο και αν θέλει η κυβέρνηση Σαμαρά να την κρύψει αδυνατεί. Άλλωστε, ο χειμώνας είναι προ των πυλών. Ο κόσμος, ιδιαίτερα στη Βόρεια Ελλάδα, θα παγώσει, ενώ το κύμα νέων φουρνιών αστέγων στις μεγάλες πόλεις, εξαιτίας της οικονομικής επιδείνωσης, αλλά και των εξώσεων και των πλειστηριασμών, που ως φαίνεται έρχονται, θα δημιουργήσει ένα εκρηκτικό περιβάλλον.

Η κυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου, βρίσκεται μπροστά σε ποικίλα αδιέξοδα. Τα εσωτερικά προβλήματα που την ταλανίζουν και το παγερό «όχι», έστω για ένα δωράκι, που εισπράττει από την Τρόικα, τις θέτουν νέα διλήμματα, που προσώρας, τουλάχιστον, αδυνατεί να απαντήσει.

Ποια είναι ακραία πολιτική;

Άλλωστε και η θεωρία των δύο άκρων, που πόνταρε και συνεχίζει να ποντάρει δεν βγαίνει. Ευρύτερα κοινωνικά στρώματα αντιλαμβάνονται στην καθημερινότητά τους, ότι άκρο είναι η πολιτική της κυβέρνησης. Άκρο είναι η οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση, η ανεργία, οι μισθοί πείνας, η απώλεια της πρώτης κατοικίας, η απουσία κοινωνικής πρόνοιας, η ανασφάλιστη εργασία, οι αυτοκτονίες των απελπισμένων. Πώς άραγε, αυτή η ακραία νεοφιλελεύθερη πολιτική να πείσει ότι η αριστερά είναι ακραία;

Ο αντίπαλος κόσμος

Εντούτοις, η κυβέρνηση Σαμαρά επιμένει στη στρατηγική της ακραίας έντασης στοχοποιώντας την Αριστερά, τις αντιστάσεις, τους λαϊκούς αγώνες. Ρίχνει τα τελευταία της χαρτιά. Τζογάρει. Δείχνει με το δάχτυλό αριστερά, κοιτάει προκλητικά προς τις Σκουριές, αφήνει ανόητα υπονοούμενα για την Μαρφίν, συλλαμβάνει καταληψίες μαθητές, αφισοκολλητές αντιφασίστες… Κάνει ότι μπορεί για να κατασκευάσει το προφίλ μιας αποφασισμένης κυβέρνησης, μιας κυβέρνησης του «νόμου και της τάξης». Μόνο που αυτή πρώτη απ΄ όλους παραβιάζει το ίδιο το Σύνταγμα της χώρας. Πρώτη αυτή, παρά τις ανιστόρητες κορόνες περί βίας, ασκεί βία στην ίδια την κοινωνία.

Να γιατί η αριστερά δεν έχει κανένα λόγο να στέκεται απολογητικά απέναντι σε μια κυβέρνηση που ακολουθεί πιστά, συνειδητά, μια ταξικά ακραία πολιτική. Η αριστερά, ο ΣΥΡΙΖΑ, τα κοινωνικά κινήματα, όλοι και όλες εμείς που βρισκόμαστε από την εδώ πλευρά της όχθης, δεν είμαστε το… άλλο άκρο. Είμαστε, όμως, ο αντίπαλος κόσμος, ο κόσμος της αλληλεγγύης, της ελευθερίας, των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, των αγώνων, της ανεκτικότητας και της αξιοπρέπειας.   
        
Και έχουμε κάθε λόγο να είμαστε υπερήφανοι γι αυτό. Έχουμε κάθε λόγο να το πούμε ανοιχτά, να το διακηρύξουμε στα υποτελή κοινωνικά στρώματα, στους «από κάτω», στους φτωχούς, στους καταπιεσμένους. Έχουμε κάθε λόγο να βγούμε οριστικά από το κάδρο ενός συστήματος, που καλλιεργεί ιδέες και αξίες που βρίσκονται στον αντίποδα των δικών μας αξιών, των δικών μας απελευθερωτικών ιδεών. Και έχουμε κάθε λόγο, να αντιπαρατεθούμε ιδεολογικά, πολιτικά, κοινωνικά με τους απέναντι. Η ριζοσπαστική αριστερά θα κερδίσει μόνο αν γειωθεί με την κοινωνία, αν συνδεθεί ουσιαστικά με τα κινήματα που αναπτύσσονται, με τις αγωνίες της μεγάλης πλειοψηφίας των ανθρώπων που ζουν σε αυτό τον τόπο. Η ριζοσπαστική αριστερά θα βγεί νικήτρια από αυτή τη μάχη μόνο αν παραμείνει ριζοσπαστική, ρηκτική, ανατρεπτική. Και βεβαίως, αν πείσει ότι η προγραμματική, εναλλακτική της πρόταση είναι αυτή που μπορεί να γεννήσει ελπίδα ότι η επόμενη ημέρα θα είναι η αρχή του τέλους της κοινωνικής καταστροφής, η αρχή μιας μεγάλης, δύσκολης, επίμονης πορείας για τη διαμόρφωση ενός εντελώς διαφορετικού μοντέλου κοινωνικής οργάνωσης.

Η ριζοσπαστική αριστερά θα κερδίσει όχι αντιγράφοντας συνταγές του παρελθόντος, ούτε κάνοντας «καθησυχαστικές» συμμαχίες, που ελάχιστη, έτσι κι αλλιώς, απήχηση έχουν στην κοινωνία, αλλά ανοίγοντας ένα ουσιαστικό διάλογο με τις πιο ζωντανές κινηματικές δυνάμεις της κοινωνίας. Με ανθρώπους και συλλογικότητες που έμπρακτα κινούνται σε μια αντιμνημονιακή, αντιαυταρχική κατεύθυνση.

Η ριζοσπαστική αριστερά θα κερδίσει αν επικοινωνήσει και συναντηθεί με τη ριζοσπαστική οικολογία, με τις άλλες δυνάμεις της αριστεράς που δεν είναι προσκολλημένες σε αδιέξοδα δόγματα. Η ριζοσπαστική αριστερά θα κερδίσει, αν με θάρρος και ρεαλιστική αισιοδοξία απευθυνθεί πρώτιστα στα εκατομμύρια των ανθρώπων που είναι θύματα της μνημονιακής, συντηρητικής, αντιλαϊκής πολιτικής.     

Θέλουμε κόμμα μαζικό, αλλά κυρίως θέλουμε κόμμα

Σε αυτή την πορεία, που έχει ως πρώτο στόχο την ανατροπή της κυβέρνησης μέσα από τους αγώνες και τη λαϊκή ετυμηγορία, ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να αποδείξει ότι είναι έτοιμος να κυβερνήσει, αλλά να κυβερνήσει με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο. Και αυτό θα χρειαστεί να το αποδείξει σήμερα. Μέσα από τη δική του δημοκρατική, συλλογική λειτουργία, μέσα από υποδείγματα της δικής του οργάνωσης και πρακτικής. Αλλά θα πρέπει να δεχτούμε ότι έχουμε προβλήματα, παθογένειες, ανεπάρκειες. Και να το δεχτούμε ειλικρινά, δημόσια.

 Μόνο έτσι θα συζητήσουμε ουσιαστικά και σε βάθος και μόνο έτσι θα μπορέσουμε να τα υπερβούμε. Χρειαζόμαστε ένα μαζικό κόμμα, αλλά κυρίως χρειαζόμαστε κόμμα, που θα λειτουργεί, που τα μέλη του θα παίρνουν μέρος στις αποφάσεις και δεν θα είναι εκλογικός μηχανισμός. Χρειαζόμαστε κόμμα, μια τεράστια συντροφιά ανθρώπων, που ο ένας θα σέβεται την άλλη, που η δημοκρατία, η συνεννόηση, η εμπιστοσύνη, θα είναι κυρίαρχα στοιχεία στην καθημερινότητά του. Χρειαζόμαστε κόμμα, που ο παραγοντισμός δεν θα έχει θέση, που οι άνθρωποι, τα μέλη του δεν θα μετατρέπονται σε εκλέκτορες, που θα αποτελούν μονάδες σε ένα συλλογικό εμείς. Χρειαζόμαστε ένα κόμμα που δεν θα εξαντλείται στα δελτία των οχτώ, που η βασική του μέριμνα θα είναι ο δρόμος, η κοινωνία, τα προβλήματα των ανθρώπων. Εκεί πρέπει να είμαστε: στις αυτόνομες δομές αλληλεγγύης, έξω από τα νοσοκομεία, στα σχολεία, στους χώρους εργασίας, έξω από τα γραφεία του ΟΑΕΔ, στις διαδηλώσεις… Εκεί πρέπει να είμαστε: εκεί που επιχειρούν να κόψουν το ρεύμα, που πετούν οικογένειες έξω από το σπίτι τους, στις γειτονιές της φτώχειας, στα…εργοστάσια των απολυμένων, στους πλειστηριασμούς.

Εκεί πρέπει να είμαστε: στα κέντρα κράτησης των μεταναστών, στις φυτείες των σύγχρονων δούλων, στα σοκάκια που οι ναζιστές δολοφονούν. Να γίνουμε ένα τεράστιο ανάχωμα, ιδεολογικό, πολιτικό, κοινωνικό, προγραμματικό, στο φασιστικό τέρας, αλλά και σε αυτούς που υιοθετούν και εφαρμόζουν, με πιο ήπιο βέβαια και θεσμικό τρόπο, την ατζέντα της Χρυσής Αυγής.

Να δούμε κάτω από το κέλυφος

 Γιατί η ναζιστική - εγκληματική οργάνωση, δεν έχει μόνο κέλυφος, έχει κυρίως περιεχόμενο και εμείς σε αυτό το περιεχόμενο πρέπει να απαντήσουμε με ολικό τρόπο, ξεδιπλώνοντας το αξιακό φορτίο της δικής μας αριστεράς.    
                         
Κάτω από το κέλυφος, βρίσκεται ο ρατσισμός, η έχθρα στο διαφορετικό, η ομοφοβία, ο εθνικισμός. Η αριστερά, η δική μας αριστερά, σε αυτή ειδικά τη συγκυρία, έχει καθήκον, όχι μόνο να ανοίξει τη βεντάλια της υπεράσπισης των φτωχών μεταναστών, των LGPT,  των ρομά, των ανάπηρων ανθρώπων, αλλά και να τους καλέσει ανοιχτά να ενταχθούν στις μαζικές οργανώσεις, στα συνδικάτα, στις δημοτικές κινήσεις, στους συλλόγους, στα κόμματα της αριστεράς. Αλλά για να το κάνει αυτό θα πρέπει η αριστερά να είναι έτοιμη να γνωρίσει αυτό τον κόσμο, να τον ακούσει, να τον αποδεχτεί ισότιμα και βεβαίως να δημιουργήσει χώρους υποδοχής. Διαφορετικά, η εναντίωσή μας στις ρατσιστικές επιθέσεις θα συρρικνωθεί σε ένα χρήσιμο μεν, αλλά ημιτελή «δικαιωματισμό» από τα πάνω.            

Πηγή: Εποχή

Δευτέρα 21 Οκτωβρίου 2013

ΜΙΑ ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΨΥΧΙΑΤΡΟ - ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΗ ΝΙΚΟ ΣΙΔΕΡΗ



Έχει τεράστια σημασία να αντισταθείς ακόμα και αν ηττηθείς

Με το Νίκο «γνωριζόμαστε» χρόνια χωρίς ποτέ να τον έχω δει! Στη νιότη του έγραφε καταπληκτικά πολιτικά κείμενα –ψάχναμε, όλοι, να μάθουμε ποιος είναι αυτός ο Σιδέρης που γράφει τόσο εύστοχα και εξαιρετικά. Σαράντα χρόνια μετά [!] γνωριστήκαμε και δια ζώσης. Φτασμένος ψυχίατρος μ’ ένα βιβλίο που είχε γίνει best seller –«Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχίατρο. Γονείς θέλουν!»- έπεσε στα χέρια μου το νέο του βιβλίο «Μιλώ για την κρίση με το παιδί». Και εκεί ανακάλυψα ένα πολιτικό βιβλίο, την πολιτική ψυχολογία της κρίσης. Αράδα – αράδα αντιλαμβάνεσαι το πώς λειτουργούν οι συστημικές δυνάμεις, το πώς προσπαθούν να μπλοκάρουν τη σκέψη, πως μέσα από μηνύματα - «αν αντισταθείς, χάθηκες», «αν υποκύψεις, χάθηκες», «απαγορεύεται να σκεφτείς»- μπλοκάρουν το μυαλό των ανθρώπων. Ένα επιστημονικό πολιτικό βιβλίο που εξηγεί γιατί η πλειοψηφία είναι σαστισμένη απέναντι στην κρίση.

Τη συ­νέ­ντευ­ξη πή­ρε ο Θό­δω­ρος Μι­χό­που­λος

Φτώ­χεια, ε­ξα­θλίω­ση, α­διέ­ξο­δα, αυ­το­κτο­νίες. Η χώ­ρα δεν έ­χει ού­τε φα­νε­ρή ού­τε εύ­κο­λη διέ­ξο­δο, του­λά­χι­στον ό­σο συ­νε­χί­ζε­ται αυ­τή η πο­λι­τι­κή. Πώς βιώ­νουν οι πο­λί­τες αυ­τή την κα­τά­στα­ση;

Το ψυ­χο­λο­γι­κό στίγ­μα της πε­ριό­δου εί­ναι έ­να πο­λύ συ­γκε­κρι­μέ­νο «πέν­θι­μο μού­δια­σμα». Οι άν­θρω­ποι βιώ­νουν αλ­λε­πάλ­λη­λες, συ­ναι­σθη­μα­τι­κά βα­ριά φορ­τι­σμέ­νες α­πώ­λειες. Όχι μό­νο υ­λι­κές, ό­πως εί­ναι φα­νε­ρό σε μι­σθούς, δου­λειά, κα­τοι­κία… Αλλά και σε ό­λο το σύ­στη­μα των ευ­χα­ρι­στή­σεων που καλ­λιερ­γού­σαν τό­σα χρό­νια οι αυ­τα­πά­τες, τις ο­ποίες τρέ­φα­με για το εί­δος της κοι­νω­νίας που «θέ­λα­με» και που ο­νο­μά­ζε­ται «κα­τα­να­λω­τι­κός ναρ­κισ­σι­σμός». Το σύ­νο­λο αυ­τών των α­πω­λειών προ­κα­λεί το πέν­θος. Όμως το πιο ι­διαί­τε­ρο στοι­χείο της κα­τά­στα­σης εί­ναι το μού­δια­σμα. Κυ­ριο­λε­κτώ. Μού­δια­σμα της σκέ­ψης, μού­δια­σμα της πρά­ξης, μού­δια­σμα και των συ­ναι­σθη­μά­των α­κό­μη.

Αυ­τός εί­ναι και έ­νας α­πό τους λό­γους που δεν κα­τε­βαί­νει ο κό­σμος στους δρό­μους; Έχει μπλο­κά­ρει;
Πα­λαιό­τε­ρα για το έ­να ε­κα­το­στό α­πό ό­σα συμ­βαί­νουν σή­με­ρα χά­λα­γε ο κό­σμος. Σή­με­ρα συμ­βαί­νουν α­δια­νό­η­τα πράγ­μα­τα, α­πί­στευ­της βίας και έ­κτα­σης αλ­λα­γές, προς το χει­ρό­τε­ρο για τη ζωή των αν­θρώ­πων και, ας μην αυ­τα­πα­τό­μα­στε, δεν υ­πάρ­χει ου­σια­στι­κή α­ντί­δρα­ση.

Υπάρ­χει φό­βος στη κοι­νω­νία; Γι’ αυ­τό και δεν α­ντι­δρού­ν;
Αυ­τό που κυ­ρίως χα­ρα­κτη­ρί­ζει σή­με­ρα τις ζωές των αν­θρώ­πων εί­ναι ό­τι δεν μπο­ρούν να ε­πε­ξερ­γα­στούν, ού­τε σε προ­σω­πι­κό ού­τε σε συλ­λο­γι­κό ε­πί­πε­δο -και πα­ρά τις προ­σπά­θειες δια­φό­ρων πο­λι­τι­κών φο­ρέω­ν-, μια α­ντί­στα­ση που να μπο­ρούν να την υ­πο­στη­ρί­ξουν δια­νο­η­τι­κά, πρα­κτι­κά και συ­ναι­σθη­μα­τι­κά. Και αυ­τό συμ­βαί­νει ε­πει­δή, μέ­σα α­πό μια συ­γκε­κρι­μέ­νη ε­πι­κοι­νω­νια­κή πο­λε­μι­κή μη­χα­νή που πα­ρά­γει δια­νο­η­τι­κή ε­μπλο­κή, δη­μιουρ­γού­νται μια σει­ρά «βα­ριών» συ­ναι­σθη­μά­των, τα ο­ποία λει­τουρ­γούν α­να­σταλ­τι­κά και στην κα­θα­ρή σκέ­ψη αλ­λά και στην α­ντί­στα­ση σ’ αυ­τό που υ­φί­στα­νται. Κυ­ρίαρ­χη εί­ναι η α­πό­γνω­ση, η ο­ποία δεν εί­ναι α­πλά α­πελ­πι­σία (δεν έ­χω ελ­πί­δα, ό­μως το πα­λεύω), αλ­λά πα­ρά­δο­ση, μια και χω­ρίς ο­ρί­ζο­ντα, χω­ρίς μια ι­δέα πε­ρί του σκο­πού και του τρό­που, δεν «πα­λεύεις». Εί­ναι α­κό­μη η ορ­γή: Μια ορ­γή α­νή­μπο­ρη, ω­στό­σο, που ή κα­τα­λή­γει σε σπα­σμω­δι­κές α­ντι­δρά­σεις χω­ρίς συ­νέ­χεια, προ­κα­λώ­ντας α­πο­γοή­τευ­ση και πα­ραί­τη­ση, ή στρέ­φε­ται ε­νά­ντια στον ε­αυ­τό σου, προ­κα­λώ­ντας πα­θη­τι­κό­τη­τα, άγ­χος, κα­τά­θλι­ψη και ψυ­χο­σω­μα­τι­κές πα­θή­σεις. Εί­ναι ο φό­βος, ο ο­ποίος, εν μέ­ρει, εί­ναι έλ­λο­γος. Υπάρ­χουν, δη­λα­δή, πραγ­μα­τι­κές α­πει­λές για τη χώ­ρα, α­φού δεν εί­μα­στε στο χεί­λος της κα­τα­στρο­φής, αλ­λά μέ­σα στην κα­τα­στρο­φή! Υπάρ­χει, ό­μως, και ο ά­λο­γος φό­βος: μια ο­λό­κλη­ρη σει­ρά α­πό «φα­ντά­σμα­τα» και «μπα­μπού­λες», που άλ­λα τα γεν­νά η ε­μπει­ρία των αν­θρώ­πων, ε­νώ τα πε­ρισ­σό­τε­ρα τα καλ­λιερ­γούν συ­στη­μα­τι­κά ο κυ­ρίαρ­χος πο­λι­τι­κός και μι­ντια­κός λό­γος. Υπάρ­χει τέ­λος η α­γω­νιώ­δης α­να­μο­νή. Οι άν­θρω­ποι, δη­λα­δή, ζουν, λί­γο ως πο­λύ, αυ­τό που συμ­βαί­νει στη χώ­ρα σαν να εί­ναι έ­να θέ­α­μα, σαν να εί­ναι απ’ έ­ξω αυ­τοί και πε­ρι­μέ­νουν να δουν τι θα γί­νει. Δη­λα­δή, δεν κοι­τά­νε τι θα κά­νουν οι ί­διοι -και δεν εν­νοώ να βγουν στους δρό­μους με ση­μαίες και τα­μπούρ­λα–, το ε­λά­χι­στο ας κά­νου­ν: ας αλ­λά­ξουν δη­μο­σκο­πι­κές α­πα­ντή­σεις! Αλλά πε­ρι­μέ­νουν, μέ­σα σε μια ά­γο­νη α­γω­νία, να δουν τι θα συμ­βεί.

Ο δι­πλός δε­σμός
Στο βι­βλίο σου γρά­φεις ό­τι τρία χρό­νια συ­στη­μα­τι­κά και σχε­δια­σμέ­να υ­πο­σκά­πτε­ται η ι­κα­νό­τη­τα των Ελλή­νων να σκέ­πτο­νται πο­λι­τι­κά. Πώς το στη­ρί­ζεις;

Υπάρ­χει μια μα­κρά δια­δι­κα­σία ευ­νου­χι­σμού της πο­λι­τι­κής σκέ­ψης των Ελλή­νων. Έχει τρία στά­δια. Πρώ­το στά­διο εί­ναι η διά­λυ­ση του νοή­μα­τος των λέ­ξεω­ν. Ξε­κι­νά­ει στη δε­κα­ε­τία του 1980, με το πιο εμ­βλη­μα­τι­κό πα­ρά­δειγ­μα: «Οι βά­σεις φεύ­γουν για πά­ντα». Που, στην πρά­ξη, ση­μαί­νει ό­τι οι βά­σεις δεν θα φύ­γουν πο­τέ και κα­νείς δεν θα ξα­να­μι­λή­σει γι’ αυ­τό! Τώ­ρα τε­λευ­ταία με τη Συ­ρία συ­ζη­τά­νε για το πώς θα χρη­σι­μο­ποιη­θεί η βά­ση της Σού­δας και κα­νείς δεν α­πο­ρεί. Αυ­τό εί­ναι η διά­λυ­ση του νοή­μα­τος των λέ­ξεων. Χω­ρίς, ό­μως, έ­γκυ­ρες λέ­ξεις δεν μπο­ρείς και να σκε­φτείς. Οι άν­θρω­ποι σκέ­φτο­νται με λέ­ξεις. Ελά­χι­στοι, ό­πως κά­ποιοι καλ­λι­τέ­χνες (μου­σι­κοί ή ζω­γρά­φοι) δεν σκέ­φτο­νται με λέ­ξεις. Και η δη­μο­κρα­τία εί­ναι έ­να πο­λί­τευ­μα λό­γου. Έγκυ­ρου λό­γου.

Υπάρ­χουν σή­με­ρα συν­θή­μα­τα και πα­ρεμ­βά­σεις του πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος που α­κυ­ρώ­νουν τις λέ­ξεις;
Πο­λύ πρό­σφα­το εί­ναι το «Λε­φτά υ­πάρ­χουν». Και α­πο­δεί­χθη­κε στην πρά­ξη ό­τι έ­να με­γά­λο πο­σο­στό [ε­κλο­γές 2009] των αν­θρώ­πων εί­χε υ­πο­στεί τό­ση ζη­μιά στο ε­πί­πε­δο των λέ­ξεων, που δεν κα­τά­λα­βαν ό­τι ή­ταν ψεύ­τι­κες λέ­ξεις. Το ί­διο συμ­βαί­νει με το «Δεν θα υ­πάρ­ξουν νέα μέ­τρα»… Το δεύ­τε­ρο στά­διο εί­ναι η διά­λυ­ση του νοή­μα­τος των πραγ­μά­των -την δε­κα­ε­τία του 1990. Την πε­ρίο­δο, δη­λα­δή, της «ευ­μά­ρειας», τό­τε που καλ­λιερ­γή­θη­κε η με­γά­λη αυ­τα­πά­τη και οι άν­θρω­ποι έ­χα­σαν την αί­σθη­ση του μέ­τρου στη σχέ­ση τους με τα πράγ­μα­τα και με τους αν­θρώ­πους κι έ­γι­ναν ε­νερ­γού­με­να του κα­τα­να­λω­τι­κού ναρ­κισ­σι­σμού. Η τρί­τη πε­ρίο­δος, α­πό τις αρ­χές του 2000, εί­ναι ό­ταν η ί­δια η σκέ­ψη των αν­θρώ­πων γί­νε­ται α­νε­πι­θύ­μη­το γε­γο­νός! Η δια­δι­κα­σία δια­κυ­βέρ­νη­σης, δη­λα­δή, ό­χι μό­νο μέ­σω εκ­βια­στι­κών δι­λημ­μά­των, αλ­λά και πέ­ρα απ’ αυ­τό: Πό­λε­μος ε­νά­ντια στην ί­δια την σκέ­ψη. Τα τε­λευ­ταία τρία χρό­νια, με κο­ρύ­φω­ση τις ε­κλο­γές του 2012, μπή­κε σε λει­τουρ­γία έ­νας ο­λό­κλη­ρος μη­χα­νι­σμός πο­λι­τι­κού και μι­ντια­κού λό­γου, ο ο­ποίος ε­νορ­χη­στρω­μέ­να καλ­λιερ­γεί έ­να ε­πι­κοι­νω­νια­κό πε­ρι­βάλ­λον, που εί­ναι γνω­στό στην ψυ­χο­λο­γία με την ο­νο­μα­σία «δι­πλός δε­σμός». Εί­ναι έ­νας μη­χα­νι­σμός που πα­ρά­γει ε­μπλο­κή της σκέ­ψης και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση πα­ρα­φρο­σύ­νη. Τα κα­θο­ρι­στι­κά συ­στα­τι­κά αυ­τού του ε­πι­κοι­νω­νια­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος, που κά­νει τους αν­θρώ­πους να φαί­νο­νται τρε­λα­μέ­νοι και να εί­ναι μου­δια­σμέ­νοι, εί­ναι τρία ε­πάλ­λη­λα μη­νύ­μα­τα – τα ε­ξής: Το πρώ­το μή­νυ­μα λέει «Αν α­ντι­στα­θείς, χά­θη­κες» (χρε­ο­κο­πία, δεν θα έ­χουν γά­λα τα παι­διά σου, κ.λπ.). Μα­ζί μ’ αυ­τό έρ­χε­ται έ­να δεύ­τε­ρο μή­νυ­μα, που προ­κύ­πτει α­πό την ε­μπει­ρία και άλ­λα σή­μα­τα. Και λέει «Αν υ­πο­κύ­ψεις, χά­θη­κες» (φτώ­χια, α­νερ­γία, κλεί­νουν μα­γα­ζιά, τα παι­διά φεύ­γουν στα ξέ­να, κ.λπ.). Και τέ­λος έρ­χε­ται και «κλει­δώ­νει» το σύ­στη­μα έ­να τρί­το μή­νυ­μα, που σου α­πα­γο­ρεύει να σκε­φτείς: «Το μνη­μό­νιο εί­ναι μο­νό­δρο­μος, το εί­πε η τρόι­κα». Αυ­τά τα τρία μη­νύ­μα­τα -«αν α­ντι­στα­θείς, χά­θη­κες», «αν υ­πο­κύ­ψεις, χά­θη­κες», «α­πα­γο­ρεύε­ται να σκε­φτείς»- μπλο­κά­ρουν το μυα­λό των αν­θρώ­πων. Εξαρ­θρώ­νουν τις ψυ­χές. Τους κά­νουν α­νή­μπο­ρους να αρ­θρώ­σουν σκέ­ψη και λό­γο.  Πρό­κει­ται, εμ­φα­νώς, για κού­ρε­μα της σκέ­ψης, και μά­λι­στα με την ψι­λή.

Κοι­νω­νι­κό πεί­ρα­μα
Θεω­ρείς ό­τι αυ­τό έ­γι­νε σκό­πι­μα και συ­στη­μα­τι­κά στην Ελλά­δα. Χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε, δη­λα­δή, η χώ­ρα ως πει­ρα­μα­τό­ζωο;

Όπως γνω­ρί­ζε­τε, η Χι­λή του δι­κτά­το­ρα Πι­νο­σέτ ή­ταν το πει­ρα­μα­τι­κό ερ­γα­στή­ριο του νε­ο-φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, ως προς την οι­κο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή του. Θεω­ρώ ό­τι, α­ντι­στοί­χως, η Ελλά­δα του μνη­μο­νίου εί­ναι το πει­ρα­μα­τι­κό ερ­γα­στή­ριο της στρα­τη­γι­κής που έ­χει στό­χο την κα­τά­λυ­ση του ευ­ρω­παϊκού κοι­νω­νι­κού κε­κτη­μέ­νου, του κρά­τους προ­νοίας και κά­θε πο­λι­τι­κής ρύθ­μι­σης του νε­ο-φι­λε­λεύ­θε­ρου α­γριαν­θρω­πι­σμού, χω­ρίς α­ντί­στα­ση, με ερ­γα­λείο α­κρι­βώς τον ευ­νου­χι­σμό της πο­λι­τι­κής (και ό­χι μό­νο) σκέ­ψης των αν­θρώ­πων. Η Ελλά­δα φαί­νε­ται να εί­ναι έ­να ε­ξαι­ρε­τι­κό πει­ρα­μα­τό­ζωο: έ­χει μι­κρό μέ­γε­θος και «πα­ρά­ξε­νους», δύ­στρο­πους  αν­θρώ­πους. Αν αυ­τοί υ­πο­τα­χθούν θα πει ό­τι και άλ­λοι λα­οί, που εί­ναι πιο πει­θή­νιοι -οι Ελβε­τοί ή οι Βό­ρειοι, για πα­ρά­δειγ­μα-, εί­ναι πο­λύ πιο εύ­κο­λο να τους χει­ρι­στείς. Πι­στεύω ό­τι ε­ξε­λίσ­σε­ται έ­να α­λη­θι­νό κοι­νω­νι­κό πεί­ρα­μα. Και δεν χρειά­ζε­ται πά­ντα η συ­νο­μω­σία για να έ­χεις έ­να κέ­ντρο που ορ­γα­νώ­νει τις ψυ­χο­λο­γι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις ε­πη­ρε­α­σμού της κοι­νής γνώ­μης. Κά­θε κρά­τος και κά­θε κόμ­μα, που σέ­βε­ται τον ε­αυ­τό του, έ­χει α­ντί­στοι­χες «υ­πη­ρε­σίες». Και ε­πι­σή­μως, άλ­λω­στε, υ­φί­στα­ται σε διά­φο­ρες χώ­ρες και πε­ριό­δους «Υπουρ­γείο τύ­που και πλη­ρο­φο­ριών», δη­λα­δή προ­πα­γάν­δας! Άλλω­στε, η ε­νορ­χή­στρω­ση των μνη­μο­νια­κών μέ­σων, ε­ντός και ε­κτός Ελλά­δος, εί­ναι θαυ­μα­στή και πα­σί­δη­λη. Αν και αυ­τό δεν εί­ναι πει­στή­ριο ως προς τον πα­ρα­τε­τα­μέ­νο ψυ­χο­λο­γι­κό πό­λε­μο που διε­ξά­γε­ται με στό­χο τα μυα­λά των πο­λι­τών, τό­τε ζού­με σε μια υ­περ­κό­σμια, πα­ρα­δεί­σια χώ­ρα, ό­που στην πο­λι­τι­κή δεν υ­φί­στα­ται σκο­πι­μό­τη­τα, δό­λος, στρα­τη­γι­κή και προ­πα­γάν­δα.

Πώς α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται και ο διά­χυ­τος φό­βος στη κοι­νω­νία;
Ο φό­βος έ­χει μια λει­τουρ­γία προ­στα­τευ­τι­κή, αν εί­ναι έλ­λο­γος. Αν ε­κτι­μά, δη­λα­δή, τα α­ντι­κει­με­νι­κά δε­δο­μέ­να, με λί­γο έως πο­λύ ρε­α­λι­στι­κό τρό­πο, και παίρ­νει σο­βα­ρά υ­πό­ψη τις α­πει­λές που εν­δέ­χε­ται να υ­πάρ­χουν ή ε­ντο­πί­ζο­νται. Μας προ­στα­τεύει α­πό κα­κο­το­πιές: α­πό τον πει­ρα­σμό της ά­γνοιας ή της υ­πο­τί­μη­σης του κιν­δύ­νου, α­πό το ε­κλαμ­βά­νου­με τη φα­ντα­σία μας ως πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Υπάρ­χει, ό­μως, και έ­νας ά­λο­γος φό­βος ό­που καλ­λιερ­γού­νται, α­πό τη δι­κή μας φα­ντα­σία και α­πό άλ­λους μη­χα­νι­σμούς, μυ­θο­πλα­σίες. Διά­φο­ρα σε­νά­ρια με θη­ρία και κα­κούς που θα μας φά­νε, κ.λπ. Και στην πο­λι­τι­κή ζωή πά­ντο­τε ο φό­βος εί­ναι κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο. Ο Μα­κια­βέ­λι ε­δώ και πε­ντα­κό­σια χρό­νια έ­χει το­νί­σει ό­τι στην πο­λι­τι­κή α­ξιο­ποιού­με πά­ντο­τε κα­θο­λι­κά πά­θη, ό­πως εί­ναι το μί­σος και ο φό­βος. Στον Ηγε­μό­να, για πα­ρά­δειγ­μα, ο Μα­κια­βέ­λι θέ­τει το ε­ρώ­τη­μα αν εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρο να σε α­γα­πούν ή να σε φο­βού­νται. Και α­πα­ντά ό­τι ο Ηγε­μό­νας έ­χει συμ­φέ­ρον να τον φο­βού­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά να τον α­γα­πούν, αν δεν μπο­ρεί να συν­δυά­σει και τα δύο. Κι’ αυ­τό για­τί το να σε α­γα­πούν ε­ξαρ­τά­ται α­πό τους άλ­λους, ε­νώ το να σε φο­βού­νται α­πό σέ­να! Μην ξε­χνά­με ό­τι στην εκ­κλη­σία μια α­πό τις κο­ρυ­φαίες στιγ­μές εί­ναι ό­ταν λέ­γε­ται «με­τά φό­βου Θε­ού, πί­στεως και α­γά­πης προ­σέλ­θε­τε». Δη­λα­δή ο Θεός, που τα έ­πλα­σε ό­λα μια χα­ρά, βά­ζει μέ­σα και το φό­βο, το σε­βα­σμό, το δέ­ος των δού­λων Του. Ο φό­βος, λοι­πόν, εί­ναι κά­τι που ε­νυ­πάρ­χει στην πο­λι­τι­κή ζωή. Σ’ έ­να πε­ρι­βάλ­λον με συ­γκρου­σια­κή πο­λι­τι­κή δεν μπο­ρεί να μην υ­πάρ­χουν α­πει­λές, και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση φό­βος. Όμως, ε­δώ έ­γκει­ται η κρί­σι­μη διά­κρι­ση: Αν μπο­ρείς να σκε­φτείς, ο φό­βος νι­κιέ­ται. Αν δεν μπο­ρείς να σκε­φτείς, ο φό­βος εί­ναι α­νί­κη­τος –ι­δίως ο ά­λο­γος φό­βος. Το θέ­μα εί­ναι ό­τι στην Ελλά­δα σή­με­ρα, η νη­φά­λια και ορ­θο­λο­γι­κή σκέ­ψη μπλο­κά­ρει μέ­σω του «δι­πλού δε­σμού». Και το να μη σκέ­πτε­σαι σε κά­νει και πα­γώ­νεις. Αυ­τό συμ­βαί­νει σή­με­ρα και εί­ναι τρο­μα­κτι­κά ε­ντυ­πω­σια­κό να «χα­λά­ει ο κό­σμος» και να μην με­τα­κι­νεί­ται σχε­δόν τί­πο­τα. Οι άν­θρω­ποι α­πλά κοι­τά­ζουν να δουν τι θα γί­νει στο τέ­λος – κά­τι σαν ται­νία, δη­λα­δή.


Υπάρ­χει α­ντί­δο­το στην κρί­ση;
Υπάρ­χει, και έ­χει κά­ποια ευ­ρύ­τε­ρα συ­στα­τι­κά, με­γά­λης κλί­μα­κας,  ό­πως μια δια­νο­η­τι­κή και η­θι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση, μια θε­ρα­πεία α­λή­θειας (να πού­με τα πράγ­μα­τα με τ’ ό­νο­μά τους) και την ε­πι­στρο­φή στους αν­θρώ­πους, στην αν­θρώ­πι­νη σχέ­ση ως μέ­τρο των πά­ντων. Υπάρ­χει, ό­μως, και έ­να μι­κρό­τε­ρης κλί­μα­κας, προ­σω­πι­κό α­ντί­δο­το. Ένα εί­δος προ­σω­πι­κής στά­σης που σε θω­ρα­κί­ζει α­πέ­να­ντι στην α­ντι­ξοό­τη­τα και σου ε­πι­τρέ­πει, μά­λι­στα, μέ­σα α­πό τα δύ­σκο­λα να γί­νεις και κα­λύ­τε­ρος άν­θρω­πος. Η φρι­κτή ε­μπει­ρία της αν­θρω­πό­τη­τας εί­ναι ό­τι ό­πο­τε πέ­φτου­με στη μαλ­θα­κό­τη­τα –ε­κεί που α­να­φέ­ρε­ται ο Πε­ρι­κλής ό­ταν λέει «φι­λο­σο­φού­μεν ά­νευ  μα­λα­κίας»- γι­νό­μα­στε χει­ρό­τε­ροι. Εί­ναι γνω­στό πώς εκ­φυ­λί­ζο­νται και πα­ρακ­μά­ζουν τα έ­θνη, τα κρά­τη, οι πο­λι­τι­σμοί, οι κοι­νω­νίες, κ.λπ.

Α­ξιο­πρέ­πεια στην κρίση
Τα συ­στα­τι­κά του α­ντί­δο­του της προ­σω­πι­κής στά­σης εί­ναι: Πρώ­τον, η αν­θρώ­πι­νη σχέ­ση. Δη­λα­δή το να εί­μα­στε κο­ντά, να εί­μα­στε μα­ζί, να δεί­χνου­με αλ­λη­λεγ­γύη και εν­δια­φέ­ρον για τον άλ­λο, να σκε­φτό­μα­στε τι θα προ­σφέ­ρου­με σ’ ό­σους δο­κι­μά­ζο­νται. Όπως κά­να­νε τα παι­διά στα Δε­μέ­νι­κα της Αχαΐας που δεν πή­γαν εκ­δρο­μή για να βο­η­θή­σουν έ­να ά­γνω­στο παι­δί να κά­νει εγ­χεί­ρη­ση. Το δεύ­τε­ρο εί­ναι ό­τι πρέ­πει να μη «στε­νεύει το μυα­λό» μας και να βλέ­πει μό­νο το κα­κό που μας α­πει­λεί και μας πλήτ­τει, αλ­λά να έ­χου­με μια ευ­ρυ­γώ­νια μα­τιά. Να βλέ­που­με πλα­τιά την κα­τά­στα­ση, να δού­με ποιοι τρό­ποι υ­πάρ­χουν, ποιοι δρό­μοι, ποιες δυ­νά­μεις, ποιοι άν­θρω­ποι, ποιοι χώ­ροι θα μπο­ρού­σαν να εί­ναι αλ­λη­λέγ­γυοι με ε­μάς σε μια κοι­νή προ­σπά­θεια. Το τρί­το εί­ναι η σκέ­ψη. Σκέ­ψη και πά­λι σκέ­ψη, κα­θώς η νη­φά­λια και η ορ­θο­λο­γι­κή σκέ­ψη, ό­σο μπο­ρού­με, εί­ναι το α­πό­λυ­το ό­πλο. Στα δύ­σκο­λα ο άν­θρω­πος αυ­τό τον τρό­πο υ­πέρ­βα­σης δια­θέ­τει: τη σκέ­ψη του. Αλλιώς θα α­ντι­δρού­σε ά­στο­χα, σπα­σμω­δι­κά. Και τέ­λος εί­ναι η α­ξιο­πρέ­πεια. Στους δύ­σκο­λους και­ρούς που ζού­με, εί­ναι πο­λύ με­γά­λος ο πει­ρα­σμός να ξε­που­λή­σεις τα πά­ντα. Πολ­λοί άν­θρω­ποι δεν α­ντέ­χουν και υ­πο­κύ­πτουν. Αλλά ό­σα και να κερ­δί­σεις, αν χά­σεις την α­ξιο­πρέ­πειά σου τα έ­χα­σες ό­λα. Και ό­τι και να χά­σεις, αν κρα­τή­σεις την α­ξιο­πρέ­πειά σου δεν έ­χεις χά­σει α­πο­λύ­τως τί­πο­τα. Αυ­τό πι­στεύω.

Εί­σαι αι­σιό­δο­ξος;
Θέ­λω να το­πο­θε­τού­μαι έ­ξω α­πό το δί­πο­λο «αι­σιό­δο­ξος – α­παι­σιό­δο­ξος». Θέ­λω να εί­μαι ρε­α­λι­στής. Γι’ αυ­τό θέ­λω να βλέ­πω το συ­νο­λι­κό το­πίο και τους πραγ­μα­τι­κούς κιν­δύ­νους. Και πι­στεύω, πά­ντα, ό­τι κά­τι μπο­ρού­με να κά­νου­με, έ­στω και μό­νο για να κα­θυ­στε­ρή­σου­με το κα­κό. Να ε­μπο­δί­σου­με το δρό­μο του, να μην κά­νει πε­ρί­πα­το. Για­τί και μό­νο να πεις ό­τι δεν συμ­φω­νείς α­κό­μη και αν σε νι­κή­σουν, έ­χει α­ξία το «ό­χι» που εί­πες. Πι­στεύω, δη­λα­δή, ό­τι, το να πεις έ­να «ό­χι», το να α­ντι­στα­θείς α­κό­μη και αν νι­κη­θείς, έ­χει τε­ρά­στια ση­μα­σία!





Δημοσιεύθηκε στην ΕΠΟΧΗ της Κυριακής 13.10.2013