Translate

Δευτέρα, 21 Οκτωβρίου 2013

ΜΙΑ ΚΟΥΒΕΝΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΨΥΧΟΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΚΡΙΣΗΣ ΜΕ ΤΟΝ ΨΥΧΙΑΤΡΟ - ΨΥΧΑΝΑΛΥΤΗ ΝΙΚΟ ΣΙΔΕΡΗ



Έχει τεράστια σημασία να αντισταθείς ακόμα και αν ηττηθείς

Με το Νίκο «γνωριζόμαστε» χρόνια χωρίς ποτέ να τον έχω δει! Στη νιότη του έγραφε καταπληκτικά πολιτικά κείμενα –ψάχναμε, όλοι, να μάθουμε ποιος είναι αυτός ο Σιδέρης που γράφει τόσο εύστοχα και εξαιρετικά. Σαράντα χρόνια μετά [!] γνωριστήκαμε και δια ζώσης. Φτασμένος ψυχίατρος μ’ ένα βιβλίο που είχε γίνει best seller –«Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχίατρο. Γονείς θέλουν!»- έπεσε στα χέρια μου το νέο του βιβλίο «Μιλώ για την κρίση με το παιδί». Και εκεί ανακάλυψα ένα πολιτικό βιβλίο, την πολιτική ψυχολογία της κρίσης. Αράδα – αράδα αντιλαμβάνεσαι το πώς λειτουργούν οι συστημικές δυνάμεις, το πώς προσπαθούν να μπλοκάρουν τη σκέψη, πως μέσα από μηνύματα - «αν αντισταθείς, χάθηκες», «αν υποκύψεις, χάθηκες», «απαγορεύεται να σκεφτείς»- μπλοκάρουν το μυαλό των ανθρώπων. Ένα επιστημονικό πολιτικό βιβλίο που εξηγεί γιατί η πλειοψηφία είναι σαστισμένη απέναντι στην κρίση.

Τη συ­νέ­ντευ­ξη πή­ρε ο Θό­δω­ρος Μι­χό­που­λος

Φτώ­χεια, ε­ξα­θλίω­ση, α­διέ­ξο­δα, αυ­το­κτο­νίες. Η χώ­ρα δεν έ­χει ού­τε φα­νε­ρή ού­τε εύ­κο­λη διέ­ξο­δο, του­λά­χι­στον ό­σο συ­νε­χί­ζε­ται αυ­τή η πο­λι­τι­κή. Πώς βιώ­νουν οι πο­λί­τες αυ­τή την κα­τά­στα­ση;

Το ψυ­χο­λο­γι­κό στίγ­μα της πε­ριό­δου εί­ναι έ­να πο­λύ συ­γκε­κρι­μέ­νο «πέν­θι­μο μού­δια­σμα». Οι άν­θρω­ποι βιώ­νουν αλ­λε­πάλ­λη­λες, συ­ναι­σθη­μα­τι­κά βα­ριά φορ­τι­σμέ­νες α­πώ­λειες. Όχι μό­νο υ­λι­κές, ό­πως εί­ναι φα­νε­ρό σε μι­σθούς, δου­λειά, κα­τοι­κία… Αλλά και σε ό­λο το σύ­στη­μα των ευ­χα­ρι­στή­σεων που καλ­λιερ­γού­σαν τό­σα χρό­νια οι αυ­τα­πά­τες, τις ο­ποίες τρέ­φα­με για το εί­δος της κοι­νω­νίας που «θέ­λα­με» και που ο­νο­μά­ζε­ται «κα­τα­να­λω­τι­κός ναρ­κισ­σι­σμός». Το σύ­νο­λο αυ­τών των α­πω­λειών προ­κα­λεί το πέν­θος. Όμως το πιο ι­διαί­τε­ρο στοι­χείο της κα­τά­στα­σης εί­ναι το μού­δια­σμα. Κυ­ριο­λε­κτώ. Μού­δια­σμα της σκέ­ψης, μού­δια­σμα της πρά­ξης, μού­δια­σμα και των συ­ναι­σθη­μά­των α­κό­μη.

Αυ­τός εί­ναι και έ­νας α­πό τους λό­γους που δεν κα­τε­βαί­νει ο κό­σμος στους δρό­μους; Έχει μπλο­κά­ρει;
Πα­λαιό­τε­ρα για το έ­να ε­κα­το­στό α­πό ό­σα συμ­βαί­νουν σή­με­ρα χά­λα­γε ο κό­σμος. Σή­με­ρα συμ­βαί­νουν α­δια­νό­η­τα πράγ­μα­τα, α­πί­στευ­της βίας και έ­κτα­σης αλ­λα­γές, προς το χει­ρό­τε­ρο για τη ζωή των αν­θρώ­πων και, ας μην αυ­τα­πα­τό­μα­στε, δεν υ­πάρ­χει ου­σια­στι­κή α­ντί­δρα­ση.

Υπάρ­χει φό­βος στη κοι­νω­νία; Γι’ αυ­τό και δεν α­ντι­δρού­ν;
Αυ­τό που κυ­ρίως χα­ρα­κτη­ρί­ζει σή­με­ρα τις ζωές των αν­θρώ­πων εί­ναι ό­τι δεν μπο­ρούν να ε­πε­ξερ­γα­στούν, ού­τε σε προ­σω­πι­κό ού­τε σε συλ­λο­γι­κό ε­πί­πε­δο -και πα­ρά τις προ­σπά­θειες δια­φό­ρων πο­λι­τι­κών φο­ρέω­ν-, μια α­ντί­στα­ση που να μπο­ρούν να την υ­πο­στη­ρί­ξουν δια­νο­η­τι­κά, πρα­κτι­κά και συ­ναι­σθη­μα­τι­κά. Και αυ­τό συμ­βαί­νει ε­πει­δή, μέ­σα α­πό μια συ­γκε­κρι­μέ­νη ε­πι­κοι­νω­νια­κή πο­λε­μι­κή μη­χα­νή που πα­ρά­γει δια­νο­η­τι­κή ε­μπλο­κή, δη­μιουρ­γού­νται μια σει­ρά «βα­ριών» συ­ναι­σθη­μά­των, τα ο­ποία λει­τουρ­γούν α­να­σταλ­τι­κά και στην κα­θα­ρή σκέ­ψη αλ­λά και στην α­ντί­στα­ση σ’ αυ­τό που υ­φί­στα­νται. Κυ­ρίαρ­χη εί­ναι η α­πό­γνω­ση, η ο­ποία δεν εί­ναι α­πλά α­πελ­πι­σία (δεν έ­χω ελ­πί­δα, ό­μως το πα­λεύω), αλ­λά πα­ρά­δο­ση, μια και χω­ρίς ο­ρί­ζο­ντα, χω­ρίς μια ι­δέα πε­ρί του σκο­πού και του τρό­που, δεν «πα­λεύεις». Εί­ναι α­κό­μη η ορ­γή: Μια ορ­γή α­νή­μπο­ρη, ω­στό­σο, που ή κα­τα­λή­γει σε σπα­σμω­δι­κές α­ντι­δρά­σεις χω­ρίς συ­νέ­χεια, προ­κα­λώ­ντας α­πο­γοή­τευ­ση και πα­ραί­τη­ση, ή στρέ­φε­ται ε­νά­ντια στον ε­αυ­τό σου, προ­κα­λώ­ντας πα­θη­τι­κό­τη­τα, άγ­χος, κα­τά­θλι­ψη και ψυ­χο­σω­μα­τι­κές πα­θή­σεις. Εί­ναι ο φό­βος, ο ο­ποίος, εν μέ­ρει, εί­ναι έλ­λο­γος. Υπάρ­χουν, δη­λα­δή, πραγ­μα­τι­κές α­πει­λές για τη χώ­ρα, α­φού δεν εί­μα­στε στο χεί­λος της κα­τα­στρο­φής, αλ­λά μέ­σα στην κα­τα­στρο­φή! Υπάρ­χει, ό­μως, και ο ά­λο­γος φό­βος: μια ο­λό­κλη­ρη σει­ρά α­πό «φα­ντά­σμα­τα» και «μπα­μπού­λες», που άλ­λα τα γεν­νά η ε­μπει­ρία των αν­θρώ­πων, ε­νώ τα πε­ρισ­σό­τε­ρα τα καλ­λιερ­γούν συ­στη­μα­τι­κά ο κυ­ρίαρ­χος πο­λι­τι­κός και μι­ντια­κός λό­γος. Υπάρ­χει τέ­λος η α­γω­νιώ­δης α­να­μο­νή. Οι άν­θρω­ποι, δη­λα­δή, ζουν, λί­γο ως πο­λύ, αυ­τό που συμ­βαί­νει στη χώ­ρα σαν να εί­ναι έ­να θέ­α­μα, σαν να εί­ναι απ’ έ­ξω αυ­τοί και πε­ρι­μέ­νουν να δουν τι θα γί­νει. Δη­λα­δή, δεν κοι­τά­νε τι θα κά­νουν οι ί­διοι -και δεν εν­νοώ να βγουν στους δρό­μους με ση­μαίες και τα­μπούρ­λα–, το ε­λά­χι­στο ας κά­νου­ν: ας αλ­λά­ξουν δη­μο­σκο­πι­κές α­πα­ντή­σεις! Αλλά πε­ρι­μέ­νουν, μέ­σα σε μια ά­γο­νη α­γω­νία, να δουν τι θα συμ­βεί.

Ο δι­πλός δε­σμός
Στο βι­βλίο σου γρά­φεις ό­τι τρία χρό­νια συ­στη­μα­τι­κά και σχε­δια­σμέ­να υ­πο­σκά­πτε­ται η ι­κα­νό­τη­τα των Ελλή­νων να σκέ­πτο­νται πο­λι­τι­κά. Πώς το στη­ρί­ζεις;

Υπάρ­χει μια μα­κρά δια­δι­κα­σία ευ­νου­χι­σμού της πο­λι­τι­κής σκέ­ψης των Ελλή­νων. Έχει τρία στά­δια. Πρώ­το στά­διο εί­ναι η διά­λυ­ση του νοή­μα­τος των λέ­ξεω­ν. Ξε­κι­νά­ει στη δε­κα­ε­τία του 1980, με το πιο εμ­βλη­μα­τι­κό πα­ρά­δειγ­μα: «Οι βά­σεις φεύ­γουν για πά­ντα». Που, στην πρά­ξη, ση­μαί­νει ό­τι οι βά­σεις δεν θα φύ­γουν πο­τέ και κα­νείς δεν θα ξα­να­μι­λή­σει γι’ αυ­τό! Τώ­ρα τε­λευ­ταία με τη Συ­ρία συ­ζη­τά­νε για το πώς θα χρη­σι­μο­ποιη­θεί η βά­ση της Σού­δας και κα­νείς δεν α­πο­ρεί. Αυ­τό εί­ναι η διά­λυ­ση του νοή­μα­τος των λέ­ξεων. Χω­ρίς, ό­μως, έ­γκυ­ρες λέ­ξεις δεν μπο­ρείς και να σκε­φτείς. Οι άν­θρω­ποι σκέ­φτο­νται με λέ­ξεις. Ελά­χι­στοι, ό­πως κά­ποιοι καλ­λι­τέ­χνες (μου­σι­κοί ή ζω­γρά­φοι) δεν σκέ­φτο­νται με λέ­ξεις. Και η δη­μο­κρα­τία εί­ναι έ­να πο­λί­τευ­μα λό­γου. Έγκυ­ρου λό­γου.

Υπάρ­χουν σή­με­ρα συν­θή­μα­τα και πα­ρεμ­βά­σεις του πο­λι­τι­κού συ­στή­μα­τος που α­κυ­ρώ­νουν τις λέ­ξεις;
Πο­λύ πρό­σφα­το εί­ναι το «Λε­φτά υ­πάρ­χουν». Και α­πο­δεί­χθη­κε στην πρά­ξη ό­τι έ­να με­γά­λο πο­σο­στό [ε­κλο­γές 2009] των αν­θρώ­πων εί­χε υ­πο­στεί τό­ση ζη­μιά στο ε­πί­πε­δο των λέ­ξεων, που δεν κα­τά­λα­βαν ό­τι ή­ταν ψεύ­τι­κες λέ­ξεις. Το ί­διο συμ­βαί­νει με το «Δεν θα υ­πάρ­ξουν νέα μέ­τρα»… Το δεύ­τε­ρο στά­διο εί­ναι η διά­λυ­ση του νοή­μα­τος των πραγ­μά­των -την δε­κα­ε­τία του 1990. Την πε­ρίο­δο, δη­λα­δή, της «ευ­μά­ρειας», τό­τε που καλ­λιερ­γή­θη­κε η με­γά­λη αυ­τα­πά­τη και οι άν­θρω­ποι έ­χα­σαν την αί­σθη­ση του μέ­τρου στη σχέ­ση τους με τα πράγ­μα­τα και με τους αν­θρώ­πους κι έ­γι­ναν ε­νερ­γού­με­να του κα­τα­να­λω­τι­κού ναρ­κισ­σι­σμού. Η τρί­τη πε­ρίο­δος, α­πό τις αρ­χές του 2000, εί­ναι ό­ταν η ί­δια η σκέ­ψη των αν­θρώ­πων γί­νε­ται α­νε­πι­θύ­μη­το γε­γο­νός! Η δια­δι­κα­σία δια­κυ­βέρ­νη­σης, δη­λα­δή, ό­χι μό­νο μέ­σω εκ­βια­στι­κών δι­λημ­μά­των, αλ­λά και πέ­ρα απ’ αυ­τό: Πό­λε­μος ε­νά­ντια στην ί­δια την σκέ­ψη. Τα τε­λευ­ταία τρία χρό­νια, με κο­ρύ­φω­ση τις ε­κλο­γές του 2012, μπή­κε σε λει­τουρ­γία έ­νας ο­λό­κλη­ρος μη­χα­νι­σμός πο­λι­τι­κού και μι­ντια­κού λό­γου, ο ο­ποίος ε­νορ­χη­στρω­μέ­να καλ­λιερ­γεί έ­να ε­πι­κοι­νω­νια­κό πε­ρι­βάλ­λον, που εί­ναι γνω­στό στην ψυ­χο­λο­γία με την ο­νο­μα­σία «δι­πλός δε­σμός». Εί­ναι έ­νας μη­χα­νι­σμός που πα­ρά­γει ε­μπλο­κή της σκέ­ψης και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση πα­ρα­φρο­σύ­νη. Τα κα­θο­ρι­στι­κά συ­στα­τι­κά αυ­τού του ε­πι­κοι­νω­νια­κού πε­ρι­βάλ­λο­ντος, που κά­νει τους αν­θρώ­πους να φαί­νο­νται τρε­λα­μέ­νοι και να εί­ναι μου­δια­σμέ­νοι, εί­ναι τρία ε­πάλ­λη­λα μη­νύ­μα­τα – τα ε­ξής: Το πρώ­το μή­νυ­μα λέει «Αν α­ντι­στα­θείς, χά­θη­κες» (χρε­ο­κο­πία, δεν θα έ­χουν γά­λα τα παι­διά σου, κ.λπ.). Μα­ζί μ’ αυ­τό έρ­χε­ται έ­να δεύ­τε­ρο μή­νυ­μα, που προ­κύ­πτει α­πό την ε­μπει­ρία και άλ­λα σή­μα­τα. Και λέει «Αν υ­πο­κύ­ψεις, χά­θη­κες» (φτώ­χια, α­νερ­γία, κλεί­νουν μα­γα­ζιά, τα παι­διά φεύ­γουν στα ξέ­να, κ.λπ.). Και τέ­λος έρ­χε­ται και «κλει­δώ­νει» το σύ­στη­μα έ­να τρί­το μή­νυ­μα, που σου α­πα­γο­ρεύει να σκε­φτείς: «Το μνη­μό­νιο εί­ναι μο­νό­δρο­μος, το εί­πε η τρόι­κα». Αυ­τά τα τρία μη­νύ­μα­τα -«αν α­ντι­στα­θείς, χά­θη­κες», «αν υ­πο­κύ­ψεις, χά­θη­κες», «α­πα­γο­ρεύε­ται να σκε­φτείς»- μπλο­κά­ρουν το μυα­λό των αν­θρώ­πων. Εξαρ­θρώ­νουν τις ψυ­χές. Τους κά­νουν α­νή­μπο­ρους να αρ­θρώ­σουν σκέ­ψη και λό­γο.  Πρό­κει­ται, εμ­φα­νώς, για κού­ρε­μα της σκέ­ψης, και μά­λι­στα με την ψι­λή.

Κοι­νω­νι­κό πεί­ρα­μα
Θεω­ρείς ό­τι αυ­τό έ­γι­νε σκό­πι­μα και συ­στη­μα­τι­κά στην Ελλά­δα. Χρη­σι­μο­ποιή­θη­κε, δη­λα­δή, η χώ­ρα ως πει­ρα­μα­τό­ζωο;

Όπως γνω­ρί­ζε­τε, η Χι­λή του δι­κτά­το­ρα Πι­νο­σέτ ή­ταν το πει­ρα­μα­τι­κό ερ­γα­στή­ριο του νε­ο-φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού, ως προς την οι­κο­νο­μι­κή πο­λι­τι­κή του. Θεω­ρώ ό­τι, α­ντι­στοί­χως, η Ελλά­δα του μνη­μο­νίου εί­ναι το πει­ρα­μα­τι­κό ερ­γα­στή­ριο της στρα­τη­γι­κής που έ­χει στό­χο την κα­τά­λυ­ση του ευ­ρω­παϊκού κοι­νω­νι­κού κε­κτη­μέ­νου, του κρά­τους προ­νοίας και κά­θε πο­λι­τι­κής ρύθ­μι­σης του νε­ο-φι­λε­λεύ­θε­ρου α­γριαν­θρω­πι­σμού, χω­ρίς α­ντί­στα­ση, με ερ­γα­λείο α­κρι­βώς τον ευ­νου­χι­σμό της πο­λι­τι­κής (και ό­χι μό­νο) σκέ­ψης των αν­θρώ­πων. Η Ελλά­δα φαί­νε­ται να εί­ναι έ­να ε­ξαι­ρε­τι­κό πει­ρα­μα­τό­ζωο: έ­χει μι­κρό μέ­γε­θος και «πα­ρά­ξε­νους», δύ­στρο­πους  αν­θρώ­πους. Αν αυ­τοί υ­πο­τα­χθούν θα πει ό­τι και άλ­λοι λα­οί, που εί­ναι πιο πει­θή­νιοι -οι Ελβε­τοί ή οι Βό­ρειοι, για πα­ρά­δειγ­μα-, εί­ναι πο­λύ πιο εύ­κο­λο να τους χει­ρι­στείς. Πι­στεύω ό­τι ε­ξε­λίσ­σε­ται έ­να α­λη­θι­νό κοι­νω­νι­κό πεί­ρα­μα. Και δεν χρειά­ζε­ται πά­ντα η συ­νο­μω­σία για να έ­χεις έ­να κέ­ντρο που ορ­γα­νώ­νει τις ψυ­χο­λο­γι­κές ε­πι­χει­ρή­σεις ε­πη­ρε­α­σμού της κοι­νής γνώ­μης. Κά­θε κρά­τος και κά­θε κόμ­μα, που σέ­βε­ται τον ε­αυ­τό του, έ­χει α­ντί­στοι­χες «υ­πη­ρε­σίες». Και ε­πι­σή­μως, άλ­λω­στε, υ­φί­στα­ται σε διά­φο­ρες χώ­ρες και πε­ριό­δους «Υπουρ­γείο τύ­που και πλη­ρο­φο­ριών», δη­λα­δή προ­πα­γάν­δας! Άλλω­στε, η ε­νορ­χή­στρω­ση των μνη­μο­νια­κών μέ­σων, ε­ντός και ε­κτός Ελλά­δος, εί­ναι θαυ­μα­στή και πα­σί­δη­λη. Αν και αυ­τό δεν εί­ναι πει­στή­ριο ως προς τον πα­ρα­τε­τα­μέ­νο ψυ­χο­λο­γι­κό πό­λε­μο που διε­ξά­γε­ται με στό­χο τα μυα­λά των πο­λι­τών, τό­τε ζού­με σε μια υ­περ­κό­σμια, πα­ρα­δεί­σια χώ­ρα, ό­που στην πο­λι­τι­κή δεν υ­φί­στα­ται σκο­πι­μό­τη­τα, δό­λος, στρα­τη­γι­κή και προ­πα­γάν­δα.

Πώς α­ντι­με­τω­πί­ζε­ται και ο διά­χυ­τος φό­βος στη κοι­νω­νία;
Ο φό­βος έ­χει μια λει­τουρ­γία προ­στα­τευ­τι­κή, αν εί­ναι έλ­λο­γος. Αν ε­κτι­μά, δη­λα­δή, τα α­ντι­κει­με­νι­κά δε­δο­μέ­να, με λί­γο έως πο­λύ ρε­α­λι­στι­κό τρό­πο, και παίρ­νει σο­βα­ρά υ­πό­ψη τις α­πει­λές που εν­δέ­χε­ται να υ­πάρ­χουν ή ε­ντο­πί­ζο­νται. Μας προ­στα­τεύει α­πό κα­κο­το­πιές: α­πό τον πει­ρα­σμό της ά­γνοιας ή της υ­πο­τί­μη­σης του κιν­δύ­νου, α­πό το ε­κλαμ­βά­νου­με τη φα­ντα­σία μας ως πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Υπάρ­χει, ό­μως, και έ­νας ά­λο­γος φό­βος ό­που καλ­λιερ­γού­νται, α­πό τη δι­κή μας φα­ντα­σία και α­πό άλ­λους μη­χα­νι­σμούς, μυ­θο­πλα­σίες. Διά­φο­ρα σε­νά­ρια με θη­ρία και κα­κούς που θα μας φά­νε, κ.λπ. Και στην πο­λι­τι­κή ζωή πά­ντο­τε ο φό­βος εί­ναι κα­θο­ρι­στι­κό στοι­χείο. Ο Μα­κια­βέ­λι ε­δώ και πε­ντα­κό­σια χρό­νια έ­χει το­νί­σει ό­τι στην πο­λι­τι­κή α­ξιο­ποιού­με πά­ντο­τε κα­θο­λι­κά πά­θη, ό­πως εί­ναι το μί­σος και ο φό­βος. Στον Ηγε­μό­να, για πα­ρά­δειγ­μα, ο Μα­κια­βέ­λι θέ­τει το ε­ρώ­τη­μα αν εί­ναι προ­τι­μό­τε­ρο να σε α­γα­πούν ή να σε φο­βού­νται. Και α­πα­ντά ό­τι ο Ηγε­μό­νας έ­χει συμ­φέ­ρον να τον φο­βού­νται πε­ρισ­σό­τε­ρο πα­ρά να τον α­γα­πούν, αν δεν μπο­ρεί να συν­δυά­σει και τα δύο. Κι’ αυ­τό για­τί το να σε α­γα­πούν ε­ξαρ­τά­ται α­πό τους άλ­λους, ε­νώ το να σε φο­βού­νται α­πό σέ­να! Μην ξε­χνά­με ό­τι στην εκ­κλη­σία μια α­πό τις κο­ρυ­φαίες στιγ­μές εί­ναι ό­ταν λέ­γε­ται «με­τά φό­βου Θε­ού, πί­στεως και α­γά­πης προ­σέλ­θε­τε». Δη­λα­δή ο Θεός, που τα έ­πλα­σε ό­λα μια χα­ρά, βά­ζει μέ­σα και το φό­βο, το σε­βα­σμό, το δέ­ος των δού­λων Του. Ο φό­βος, λοι­πόν, εί­ναι κά­τι που ε­νυ­πάρ­χει στην πο­λι­τι­κή ζωή. Σ’ έ­να πε­ρι­βάλ­λον με συ­γκρου­σια­κή πο­λι­τι­κή δεν μπο­ρεί να μην υ­πάρ­χουν α­πει­λές, και κα­τ’ ε­πέ­κτα­ση φό­βος. Όμως, ε­δώ έ­γκει­ται η κρί­σι­μη διά­κρι­ση: Αν μπο­ρείς να σκε­φτείς, ο φό­βος νι­κιέ­ται. Αν δεν μπο­ρείς να σκε­φτείς, ο φό­βος εί­ναι α­νί­κη­τος –ι­δίως ο ά­λο­γος φό­βος. Το θέ­μα εί­ναι ό­τι στην Ελλά­δα σή­με­ρα, η νη­φά­λια και ορ­θο­λο­γι­κή σκέ­ψη μπλο­κά­ρει μέ­σω του «δι­πλού δε­σμού». Και το να μη σκέ­πτε­σαι σε κά­νει και πα­γώ­νεις. Αυ­τό συμ­βαί­νει σή­με­ρα και εί­ναι τρο­μα­κτι­κά ε­ντυ­πω­σια­κό να «χα­λά­ει ο κό­σμος» και να μην με­τα­κι­νεί­ται σχε­δόν τί­πο­τα. Οι άν­θρω­ποι α­πλά κοι­τά­ζουν να δουν τι θα γί­νει στο τέ­λος – κά­τι σαν ται­νία, δη­λα­δή.


Υπάρ­χει α­ντί­δο­το στην κρί­ση;
Υπάρ­χει, και έ­χει κά­ποια ευ­ρύ­τε­ρα συ­στα­τι­κά, με­γά­λης κλί­μα­κας,  ό­πως μια δια­νο­η­τι­κή και η­θι­κή με­ταρ­ρύθ­μι­ση, μια θε­ρα­πεία α­λή­θειας (να πού­με τα πράγ­μα­τα με τ’ ό­νο­μά τους) και την ε­πι­στρο­φή στους αν­θρώ­πους, στην αν­θρώ­πι­νη σχέ­ση ως μέ­τρο των πά­ντων. Υπάρ­χει, ό­μως, και έ­να μι­κρό­τε­ρης κλί­μα­κας, προ­σω­πι­κό α­ντί­δο­το. Ένα εί­δος προ­σω­πι­κής στά­σης που σε θω­ρα­κί­ζει α­πέ­να­ντι στην α­ντι­ξοό­τη­τα και σου ε­πι­τρέ­πει, μά­λι­στα, μέ­σα α­πό τα δύ­σκο­λα να γί­νεις και κα­λύ­τε­ρος άν­θρω­πος. Η φρι­κτή ε­μπει­ρία της αν­θρω­πό­τη­τας εί­ναι ό­τι ό­πο­τε πέ­φτου­με στη μαλ­θα­κό­τη­τα –ε­κεί που α­να­φέ­ρε­ται ο Πε­ρι­κλής ό­ταν λέει «φι­λο­σο­φού­μεν ά­νευ  μα­λα­κίας»- γι­νό­μα­στε χει­ρό­τε­ροι. Εί­ναι γνω­στό πώς εκ­φυ­λί­ζο­νται και πα­ρακ­μά­ζουν τα έ­θνη, τα κρά­τη, οι πο­λι­τι­σμοί, οι κοι­νω­νίες, κ.λπ.

Α­ξιο­πρέ­πεια στην κρίση
Τα συ­στα­τι­κά του α­ντί­δο­του της προ­σω­πι­κής στά­σης εί­ναι: Πρώ­τον, η αν­θρώ­πι­νη σχέ­ση. Δη­λα­δή το να εί­μα­στε κο­ντά, να εί­μα­στε μα­ζί, να δεί­χνου­με αλ­λη­λεγ­γύη και εν­δια­φέ­ρον για τον άλ­λο, να σκε­φτό­μα­στε τι θα προ­σφέ­ρου­με σ’ ό­σους δο­κι­μά­ζο­νται. Όπως κά­να­νε τα παι­διά στα Δε­μέ­νι­κα της Αχαΐας που δεν πή­γαν εκ­δρο­μή για να βο­η­θή­σουν έ­να ά­γνω­στο παι­δί να κά­νει εγ­χεί­ρη­ση. Το δεύ­τε­ρο εί­ναι ό­τι πρέ­πει να μη «στε­νεύει το μυα­λό» μας και να βλέ­πει μό­νο το κα­κό που μας α­πει­λεί και μας πλήτ­τει, αλ­λά να έ­χου­με μια ευ­ρυ­γώ­νια μα­τιά. Να βλέ­που­με πλα­τιά την κα­τά­στα­ση, να δού­με ποιοι τρό­ποι υ­πάρ­χουν, ποιοι δρό­μοι, ποιες δυ­νά­μεις, ποιοι άν­θρω­ποι, ποιοι χώ­ροι θα μπο­ρού­σαν να εί­ναι αλ­λη­λέγ­γυοι με ε­μάς σε μια κοι­νή προ­σπά­θεια. Το τρί­το εί­ναι η σκέ­ψη. Σκέ­ψη και πά­λι σκέ­ψη, κα­θώς η νη­φά­λια και η ορ­θο­λο­γι­κή σκέ­ψη, ό­σο μπο­ρού­με, εί­ναι το α­πό­λυ­το ό­πλο. Στα δύ­σκο­λα ο άν­θρω­πος αυ­τό τον τρό­πο υ­πέρ­βα­σης δια­θέ­τει: τη σκέ­ψη του. Αλλιώς θα α­ντι­δρού­σε ά­στο­χα, σπα­σμω­δι­κά. Και τέ­λος εί­ναι η α­ξιο­πρέ­πεια. Στους δύ­σκο­λους και­ρούς που ζού­με, εί­ναι πο­λύ με­γά­λος ο πει­ρα­σμός να ξε­που­λή­σεις τα πά­ντα. Πολ­λοί άν­θρω­ποι δεν α­ντέ­χουν και υ­πο­κύ­πτουν. Αλλά ό­σα και να κερ­δί­σεις, αν χά­σεις την α­ξιο­πρέ­πειά σου τα έ­χα­σες ό­λα. Και ό­τι και να χά­σεις, αν κρα­τή­σεις την α­ξιο­πρέ­πειά σου δεν έ­χεις χά­σει α­πο­λύ­τως τί­πο­τα. Αυ­τό πι­στεύω.

Εί­σαι αι­σιό­δο­ξος;
Θέ­λω να το­πο­θε­τού­μαι έ­ξω α­πό το δί­πο­λο «αι­σιό­δο­ξος – α­παι­σιό­δο­ξος». Θέ­λω να εί­μαι ρε­α­λι­στής. Γι’ αυ­τό θέ­λω να βλέ­πω το συ­νο­λι­κό το­πίο και τους πραγ­μα­τι­κούς κιν­δύ­νους. Και πι­στεύω, πά­ντα, ό­τι κά­τι μπο­ρού­με να κά­νου­με, έ­στω και μό­νο για να κα­θυ­στε­ρή­σου­με το κα­κό. Να ε­μπο­δί­σου­με το δρό­μο του, να μην κά­νει πε­ρί­πα­το. Για­τί και μό­νο να πεις ό­τι δεν συμ­φω­νείς α­κό­μη και αν σε νι­κή­σουν, έ­χει α­ξία το «ό­χι» που εί­πες. Πι­στεύω, δη­λα­δή, ό­τι, το να πεις έ­να «ό­χι», το να α­ντι­στα­θείς α­κό­μη και αν νι­κη­θείς, έ­χει τε­ρά­στια ση­μα­σία!





Δημοσιεύθηκε στην ΕΠΟΧΗ της Κυριακής 13.10.2013